εφυφαίνω

ἐφυφαίνω (Α)
υφαίνω μέσα ή πάνω σε κάτι, παρεμβάλλω και κάτι άλλο στο υφάδι («δολίην ἐπὶ μῆτιν ὑφαίνων», Οππ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὑφαίνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • υφαίνω — ὑφαίνω, ΝΜΑ, και φαίνω Ν, και επικ. τ. ὑφάω Α συμπλέκω νήματα με τον υφαντικό ιστό προκειμένου να κατασκευάσω ύφασμα (α. «τήν πήραν και τήν βάλανε στον αργαλειό να υφάνει», δημ. τραγούδι β. «καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῡσα, πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις», Ομ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.